του Γιώργου Κατημερτζή, μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.) ηγεμονία

Η εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στις πρόσφατες εθνικές εκλογές στην Ουγγαρία συνιστά ένα κομβικό γεγονός όχι μόνο για το εσωτερικό πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλά και για την ευρύτερη αρχιτεκτονική ισχύος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά από μια μακρά περίοδο κυριαρχίας που χαρακτηρίστηκε από την εδραίωση ενός «ανελεύθερου δημοκρατικού» μοντέλου διακυβέρνησης, η απώλεια της εξουσίας από τον Όρμπαν αναδεικνύει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ οικονομικής επίδοσης, εξωτερικής στρατηγικής και κοινωνικής νομιμοποίησης.

Η ανάλυση των αιτίων της ήττας του θα πρέπει να κινηθεί σε τρεις βασικούς άξονες: την οικονομική επιδείνωση, την αναπροσαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και τη συσσωρευμένη κοινωνική κόπωση, οι οποίοι λειτούργησαν σωρευτικά και υπονόμευσαν τη μέχρι πρότινος ισχυρή ηγεμονία του.
Οικονομική επιδείνωση και διάβρωση της εκλογικής βάσης
Η οικονομία αποτέλεσε τον πλέον καθοριστικό παράγοντα για την εκλογική έκβαση. Το ουγγρικό «success story» της προηγούμενης δεκαετίας, το οποίο στηρίχθηκε σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, χαμηλή ανεργία και εκτεταμένες κοινωνικές παροχές, άρχισε να παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές. Ο πληθωρισμός, ιδίως στον τομέα των τροφίμων και της ενέργειας, έπληξε δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, τα οποία αποτελούσαν τη βασική εκλογική δεξαμενή του κυβερνώντος κόμματος.

Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αν και αρχικά προσανατολισμένη σε ένα μοντέλο «κρατικού καπιταλισμού» με έντονη παρέμβαση και αναδιανομή, δεν κατόρθωσε να απορροφήσει τις εξωγενείς πιέσεις που προήλθαν από τη διεθνή ενεργειακή κρίση και τους τριγμούς στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Επιπλέον, η εξάρτηση της ουγγρικής οικονομίας από ευρωπαϊκά κονδύλια κατέστη προβληματική, καθώς οι εντάσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς οδήγησαν σε καθυστερήσεις ή και αναστολή χρηματοδοτήσεων. ηγεμονία ηγεμονία ηγεμονία ηγεμονία ηγεμονία ηγεμονία ηγεμονία
Σε αυτό το πλαίσιο, η θεωρία της «οικονομικής ψήφου» (economic voting) επιβεβαιώνεται εμπειρικά: οι ψηφοφόροι τιμώρησαν την κυβέρνηση για την επιδείνωση των υλικών συνθηκών διαβίωσης, ανεξαρτήτως της προηγούμενης πολιτικής τους ταύτισης. Η απονομιμοποίηση του καθεστώτος δεν προήλθε τόσο από ιδεολογική μεταστροφή, όσο από την απώλεια της οικονομικής αποτελεσματικότητας που αποτελούσε θεμέλιο της εξουσίας του Όρμπαν.

Εξωτερική πολιτική και γεωπολιτική απομόνωση
Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας αφορά την εξωτερική πολιτική της Ουγγαρίας, η οποία τα τελευταία χρόνια ακολούθησε μια ιδιότυπη στρατηγική «πολυδιάστατης εξισορρόπησης». Η στενή σχέση με τη Ρωσία, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα, καθώς και το άνοιγμα προς την Κίνα, εντάσσονταν σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της εθνικής αυτονομίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ανέτρεψε τα δεδομένα. Η στάση της ουγγρικής κυβέρνησης, η οποία χαρακτηρίστηκε από αμφιθυμία και περιορισμένη ευθυγράμμιση με τη δυτική γραμμή, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Η Ουγγαρία βρέθηκε σε μια κατάσταση σχετικής γεωπολιτικής απομόνωσης, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την εικόνα της κυβέρνησης ως αξιόπιστου διαχειριστή της εθνικής ασφάλειας.
Από την οπτική της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, η στρατηγική του Όρμπαν μπορεί να ερμηνευθεί ως μια μορφή «hedging», δηλαδή ταυτόχρονης διατήρησης σχέσεων με ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος. Ωστόσο, σε συνθήκες αυξημένης πόλωσης στο διεθνές σύστημα, τέτοιες στρατηγικές ενέχουν υψηλό κόστος και περιορισμένη βιωσιμότητα. Η αδυναμία προσαρμογής της ουγγρικής εξωτερικής πολιτικής στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες υπονόμευσε την αξιοπιστία της κυβέρνησης.
Παράλληλα, η σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για ζητήματα κράτους δικαίου και δημοκρατικής οπισθοδρόμησης ενίσχυσε την εικόνα ενός καθεστώτος που απομακρύνεται από τον ευρωπαϊκό πυρήνα. Αυτό είχε άμεσες οικονομικές και πολιτικές συνέπειες, καθώς επηρέασε τη ροή πόρων και την επενδυτική εμπιστοσύνη.
Κοινωνική κόπωση και φθορά εξουσίας
Πέραν των υλικών και γεωπολιτικών παραγόντων, η ήττα του Όρμπαν συνδέεται άμεσα με το φαινόμενο της «κόπωσης εξουσίας» (incumbency fatigue). Μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης, η πολιτική ηγεσία βρέθηκε αντιμέτωπη με τη φθορά που συνεπάγεται η μακροχρόνια άσκηση εξουσίας.
Η συγκέντρωση εξουσιών, ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης και η αποδυνάμωση των θεσμικών αντιβάρων, αν και αρχικά ενίσχυσαν τη σταθερότητα του καθεστώτος, σταδιακά προκάλεσαν αντιδράσεις σε τμήματα της κοινωνίας. Ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, οι οποίες είναι περισσότερο εξοικειωμένες με ευρωπαϊκά πρότυπα διακυβέρνησης, εξέφρασαν αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως δημοκρατικό έλλειμμα.
Επιπλέον, η ρητορική του φόβου και της απειλής, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά στο παρελθόν (π.χ. στο μεταναστευτικό ζήτημα), φαίνεται ότι έχασε την κινητοποιητική της ισχύ. Η κοινωνία μετατοπίστηκε από ζητήματα ταυτότητας προς ζητήματα καθημερινότητας και ποιότητας ζωής, όπου η κυβέρνηση εμφάνισε αδυναμίες.
Η έννοια της «ηγεμονίας» κατά Gramsci προσφέρει ένα χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο: το καθεστώς Όρμπαν δεν έχασε απλώς την πολιτική εξουσία, αλλά και τη συναίνεση που το στήριζε. Η διάρρηξη της κοινωνικής συμμαχίας που είχε οικοδομηθεί μεταξύ κράτους και πολιτών οδήγησε σε σταδιακή απονομιμοποίηση.
Συμπεράσματα
Η εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μεμονωμένο παράγοντα, αλλά αποτελεί το αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης οικονομικών, διεθνών και κοινωνικών εξελίξεων. Η επιδείνωση της οικονομίας υπονόμευσε την υλική βάση στήριξης της κυβέρνησης, η εξωτερική πολιτική την απομόνωσε γεωπολιτικά και η κοινωνική κόπωση διέβρωσε τη νομιμοποίησή της.
Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, η περίπτωση της Ουγγαρίας αναδεικνύει τα όρια των ανελεύθερων δημοκρατικών μοντέλων, ιδίως όταν αυτά καλούνται να διαχειριστούν κρίσεις πολλαπλών επιπέδων. Η ανθεκτικότητα τέτοιων καθεστώτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική τους επίδοση και την ικανότητά τους να διατηρούν κοινωνική συναίνεση.
Η επόμενη ημέρα για την Ουγγαρία, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η νέα πολιτική ηγεσία θα μπορέσει να ανασυγκροτήσει τη σχέση κράτους–κοινωνίας και να επανατοποθετήσει τη χώρα στον ευρωπαϊκό και διεθνή καταμερισμό ισχύος.
