Γράφει η Αφροδίτη Κράβαρη: επικοινωνιολόγος με τρία μεταπτυχιακά σε Digital Systems, Communication & Journalism και Public Discourse & Digital Media. Διαθέτει πολυετή εμπειρία σε marketing, management και digital επικοινωνία, με εξειδίκευση στη δημιουργία περιεχομένου, τη στρατηγική digital επικοινωνία και το personal branding. Είναι ομιλήτρια και εκπαιδεύτρια σε οργανισμούς και brands, ενώ έχει πλούσια τηλεοπτική και αρθρογραφική παρουσία.

Ένας στους τέσσερις εφήβους θέλει να γίνει influencer. Και κάπου εδώ αναρωτιέσαι αν μεγαλώνουμε μια γενιά δημιουργών ή μια γενιά ανθρώπων που ονειρεύονται να πληρώνονται επειδή υπάρχουν μπροστά σε μια κάμερα. influencer
Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα παιδιά θέλουν να ασχοληθούν με τα social media. Οι εποχές αλλάζουν, τα επαγγέλματα εξελίσσονται και η ψηφιακή δημιουργία αποτελεί πλέον μια πραγματική επαγγελματική δραστηριότητα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο στόχος δεν είναι να γίνεις καλός σε κάτι, να αποκτήσεις γνώσεις ή να δημιουργήσεις κάτι αξιόλογο, αλλά απλώς να γίνεις γνωστός. Να έχεις followers, να συγκεντρώνεις προβολές και να μετατρέπεις την καθημερινότητά σου σε ένα ατελείωτο διαφημιστικό διάλειμμα.

Κάποτε τα παιδιά ονειρεύονταν να γίνουν γιατροί, επιστήμονες, πιλότοι, δικηγόροι. Υπήρχαν, φυσικά, και εκείνα που ήθελαν να γίνουν τραγουδιστές ή ηθοποιοί. Η ανάγκη για αναγνώριση δεν ανακαλύφθηκε στο TikTok. Εκείνο που άλλαξε είναι ότι σήμερα η διασημότητα παρουσιάζεται ως επαγγελματική επιλογή προσιτή σε όλους, σχεδόν ανεξάρτητα από τις γνώσεις, τις δεξιότητες ή την εμπειρία τους. Αρκεί να βρεις το κατάλληλο trend, να πετύχεις τον σωστό φωτισμό και να σε ευνοήσει ο αλγόριθμος.
Ένα βίντεο με έναν επιστήμονα που εξηγεί ένα σύνθετο ζήτημα μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Ένα βίντεο με κάποιον που ανοίγει ένα κουτί επώνυμης τσάντας μπορεί να συγκεντρώσει χιλιάδες προβολές. Η γνώση απαιτεί χρόνια για να αποκτηθεί. Η επίδειξη, αντιθέτως, μπορεί να χωρέσει σε ένα βίντεο τριάντα δευτερολέπτων. Και κάπως έτσι, η ουσία χάνει έδαφος απέναντι στην εικόνα, ενώ η αναγνωρισιμότητα διεκδικεί τη θέση της αξιοσύνης.

Το καλύτερο, βέβαια, είναι το παραμύθι του εύκολου πλουτισμού. Βλέπουμε το πολυτελές αυτοκίνητο, όχι αν είναι ιδιόκτητο ή νοικιασμένο για τις ανάγκες ενός βίντεο. Βλέπουμε το ταξίδι στις Μαλδίβες, όχι αν αποτελεί πληρωμένη συνεργασία. Βλέπουμε το ξενοδοχείο 5 αστέρων, όχι τον τρόπο με τον οποίο εξασφαλίστηκε η διαμονή. Και σπανίως βλέπουμε εκείνους που προσπάθησαν να γίνουν διάσημοι, επένδυσαν χρόνο και χρήματα και δεν κατάφεραν ποτέ να ξεχωρίσουν. Οι αποτυχίες δεν γίνονται viral. Δεν έχουν χορηγούς, ούτε εντυπωσιακά thumbnails.
Οι έφηβοι, επομένως, δεν βλέπουν ολόκληρη την επαγγελματική πραγματικότητα. Βλέπουν την επιλεγμένη βιτρίνα της. Και όταν η βιτρίνα επαναλαμβάνεται καθημερινά, αρχίζει να μοιάζει με τον κανόνα. Η εξαίρεση παρουσιάζεται ως κανονικότητα, η πολυτέλεια ως αυτονόητο δικαίωμα και η επιτυχία ως κάτι που μπορεί να κατακτηθεί χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Γιατί να επενδύσεις χρόνια στην εκπαίδευση, όταν το κινητό σού προσφέρει καθημερινά την υπόσχεση μιας συντομότερης διαδρομής προς τα χρήματα και τη δημοσιότητα;
Ας μην παρεξηγηθούμε. Η δημιουργία ψηφιακού περιεχομένου μπορεί να απαιτεί στρατηγική, έρευνα, δημιουργικότητα, γνώσεις επικοινωνίας, παραγωγής και επιχειρηματικότητας. Ένας σοβαρός δημιουργός περιεχομένου δεν είναι κάποιος που απλώς ποζάρει μπροστά σε μια κάμερα. Άλλο, όμως, να θέλεις να γίνεις δημιουργός και άλλο να θέλεις να γίνεις διάσημος χωρίς να έχεις αποφασίσει τι ακριβώς έχεις να πεις. Το πρώτο είναι επαγγελματικός στόχος. Το δεύτερο είναι η ματαιοδοξία που έμαθε να κόβει τιμολόγια.
Και πριν αρχίσουμε να κατηγορούμε τη νέα γενιά, ας κοιταχτούμε λίγο στον καθρέφτη. Ποιος της έμαθε να θαυμάζει την επίδειξη πλούτου; Ποιος της παρουσιάζει καθημερινά ανθρώπους ως επιτυχημένους επειδή έχουν ακριβά ρούχα, εντυπωσιακά σπίτια και χιλιάδες ακολούθους; Οι ίδιοι ενήλικοι που καταγγέλλουν την επιφανειακότητα είναι συχνά εκείνοι που καταναλώνουν με ενθουσιασμό το ίδιο θέαμα.
Δε γίνεται να ζητάμε από τα παιδιά να εκτιμούν τη γνώση, όταν η κοινωνία επιβραβεύει συχνά περισσότερο την εικόνα από το περιεχόμενο. Δε γίνεται να τους μιλάμε για την αξία της προσπάθειας, όταν τους δείχνουμε καθημερινά ανθρώπους που φαίνεται να αποκτούν τα πάντα χωρίς να κοπιάζουν. Και δε γίνεται να απορούμε γιατί θέλουν να γίνουν διάσημοι, όταν έχουμε μετατρέψει τη δημοσιότητα σε κοινωνικό κεφάλαιο και την προσωπική προβολή σε σχεδόν αυτονόητο μέτρο επιτυχίας.
Τα παιδιά δεν ακούνε μόνο όσα τους λέμε. Παρατηρούν τι επιβραβεύουμε. influencer
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ευθύνη του σχολείου. Η επικαιρότητα δε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κάτι ξένο προς την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι μαθητές πρέπει να συζητούν για τα κοινωνικά πρότυπα που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις τους, να αναλύουν διαφημίσεις και ψηφιακές καμπάνιες, να κατανοούν πώς λειτουργούν οι αλγόριθμοι και να αναρωτιούνται ποιος χρηματοδοτεί το περιεχόμενο που παρακολουθούν. Να μπορούν να διακρίνουν την πραγματική επιρροή από τη δημοφιλία, την τεκμηριωμένη γνώση από την αυθαίρετη άποψη και την επαγγελματική επιτυχία από την προσεκτικά σκηνοθετημένη εικόνα της.
Δεν αρκεί να ξέρει ένας μαθητής να χειρίζεται άψογα το κινητό του. Χρειάζεται να γνωρίζει και πώς να αμφισβητεί αυτό που βλέπει μέσα από αυτό. Διαφορετικά, μπορεί να είναι εξαιρετικά εξοικειωμένος με την τεχνολογία και ταυτόχρονα εντελώς ανυποψίαστος απέναντι στους μηχανισμούς που επηρεάζουν τις επιθυμίες, τις επιλογές και την αυτοεκτίμησή του.
Το ερώτημα, άλλωστε, δεν είναι μόνο επαγγελματικό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Τι συμβαίνει όταν ένας έφηβος αρχίζει να πιστεύει ότι η αξία του εξαρτάται από το πόσοι τον παρακολουθούν; Όταν το να είναι ενδιαφέρων γίνεται λιγότερο σημαντικό από το να φαίνεται ενδιαφέρων; Όταν η εξωτερική επιβεβαίωση γίνεται ο βασικός μηχανισμός αυτοαξιολόγησης;

Το να έχεις ένα εκατομμύριο followers δεν σημαίνει ότι έχεις ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σε εκτιμούν. Μπορεί απλώς να έχεις ένα εκατομμύριο ανθρώπους – μάλλον πληρωμένα bots- που περιμένουν να δουν τι θα κάνεις μετά. Και το να είσαι αναγνωρίσιμος δε σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι ικανός, όπως το να είσαι δημοφιλής δε σημαίνει ότι έχεις κάτι ουσιαστικό να προσφέρεις.
Δε χρειάζεται, λοιπόν, να απαγορεύσουμε στα παιδιά να ονειρεύονται να γίνουν influencers. Χρειάζεται να τους μάθουμε να αναρωτιούνται γιατί το θέλουν. Αν τους ενδιαφέρει η δημιουργία, η επικοινωνία, η επιχειρηματικότητα και η παραγωγή περιεχομένου, υπάρχουν γνώσεις και δεξιότητες που μπορούν να καλλιεργήσουν. Αν, όμως, το μόνο που τους ελκύει είναι η δημοσιότητα και η εικόνα του εύκολου πλουτισμού, τότε οφείλουμε να τους δείξουμε ότι η προβολή δεν αποτελεί από μόνη της επαγγελματικό προσόν και ότι κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προσωπικότητα, τη γνώση και την πραγματική ικανότητα. influencer influencer influencer influencer influencer influencer
Γιατί το ανησυχητικό δεν είναι ότι ένας στους τέσσερις εφήβους θέλει να γίνει influencer. Είναι ότι μπορεί να μεγαλώνει πιστεύοντας πως η επιτυχία δεν είναι να έχεις κάτι αξιόλογο να προσφέρεις, αλλά να έχεις κοινό που σε κοιτάζει.
Και ίσως το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στα παιδιά να μην είναι πια «τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;», αλλά κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: «Τι θα έχεις να προσφέρεις όταν σταματήσουν να σε κοιτούν;» influencer influencer
Γιατί ο αλγόριθμος μπορεί να σου χαρίσει δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας. Δε μπορεί να σου χαρίσει περιεχόμενο, γνώση ή προσωπικότητα. Και όταν σβήσουν τα φώτα, τα φίλτρα και οι προβολές, θα πρέπει να υπάρχει κάτι περισσότερο από ένα προφίλ που κάποτε πήγαινε καλά.
Διαφορετικά, δε θα έχουμε μεγαλώσει μια γενιά που θέλει να πετύχει. Θα έχουμε μεγαλώσει μια γενιά που θέλει να φαίνεται επιτυχημένη. Και αυτή είναι μια πολύ πιο επικίνδυνη διάκριση απ’ όσο δείχνουν οι αριθμοί.















