Σχεδόν 50 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δυσκολεύονται να θερμάνουν επαρκώς τα σπίτια τους – Η χονδρεμπορική τιμή στην Ελλάδα εκτοξεύθηκε, ενώ η Αθήνα ζητά ευρωπαϊκή ευελιξία για στοχευμένα μέτρα στήριξης των καταναλωτών

Ανησυχία προκαλεί η νέα έντονη άνοδος των τιμών ενέργειας στην Ευρώπη, λίγο πριν από την είσοδο στον χειμώνα, με τις επιπτώσεις να αποτυπώνονται ήδη στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και να δημιουργούν φόβους για αυξημένες επιβαρύνσεις στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Περίπου 50 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δεν μπορούν να θερμάνουν επαρκώς τις κατοικίες τους εξαιτίας του υψηλού ενεργειακού κόστους, σύμφωνα με τον επίτροπο Ενέργειας και Στέγασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νταν Γιόργκενσεν. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι ο αριθμός ενδέχεται να αυξηθεί, καθώς η ενεργειακή κρίση εντείνεται και οι διεθνείς εξελίξεις πιέζουν τις τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Στην Ελλάδα, η εικόνα της χονδρεμπορικής αγοράς είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε στα 287 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη άνοδο από την έναρξη της νέας κρίσης την άνοιξη. Η ανώτατη τιμή μέσα στην ημέρα διαμορφώθηκε στα 399 ευρώ και η κατώτατη στα 201 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η άνοδος δεν περιορίζεται στην ελληνική αγορά. Αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με τις τιμές να διαμορφώνονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, εντείνοντας την ανησυχία για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας κατά τους χειμερινούς μήνες.
Στα ύψη οι τιμές στην Ελλάδα και στην Ευρώπη
Τα στοιχεία της αγοράς δείχνουν ότι η ενεργειακή πίεση είναι ευρύτερη και επηρεάζει τόσο τις χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης όσο και μεγάλες οικονομίες της ηπείρου.
Σύμφωνα με τις τιμές που καταγράφονταν την ημέρα της δημοσίευσης, η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε:
- Ελλάδα: 287 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
- Βουλγαρία: 302,47 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
- Γερμανία: 268 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
- Γαλλία: 247 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
- Ουγγαρία: 306,23 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Οι τιμές αυτές αφορούν τη χονδρεμπορική αγορά και δεν ταυτίζονται με τις τελικές χρεώσεις που εμφανίζονται στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση των τιμολογίων, ιδιαίτερα των κυμαινόμενων προγραμμάτων.
Η διάρκεια της ανόδου θα είναι καθοριστική. Εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, η πίεση είναι πιθανό να μεταφερθεί σταδιακά και στη λιανική αγορά, επιβαρύνοντας τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Η προειδοποίηση της Κομισιόν για 50 εκατομμύρια Ευρωπαίους
Τη σοβαρότητα της κατάστασης ανέδειξε ο επίτροπος Ενέργειας και Στέγασης, Νταν Γιόργκενσεν, λίγο πριν από τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας στο Λουξεμβούργο.
Όπως ανέφερε, περίπου 50 εκατομμύρια πολίτες στην Ευρώπη αδυνατούν να διατηρήσουν τα σπίτια τους επαρκώς ζεστά λόγω του κόστους ενέργειας. Προειδοποίησε, παράλληλα, ότι ο αριθμός μπορεί να αυξηθεί, καθώς η ήπειρος εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένων αναγκών θέρμανσης.
Ο επίτροπος υπογράμμισε ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα των καυσίμων, αλλά και την οικονομική δυνατότητα των πολιτών να τα πληρώσουν. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, εάν ένα νοικοκυριό δεν μπορεί να πληρώσει τον λογαριασμό φυσικού αερίου, η επάρκεια των διαθέσιμων ποσοτήτων δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, μεταφέροντας τις γεωπολιτικές αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές της Ευρώπης.
Η ελληνική πρόταση για ευρωπαϊκή στήριξη
Η Ελλάδα ζητά να υπάρξει συντονισμένη ευρωπαϊκή αντίδραση, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στους καταναλωτές.
Στη Σύνοδο των υπουργών Ενέργειας, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, περιέγραψε την κατάσταση ως πρωτοφανή και ζήτησε να αξιοποιηθεί η ευελιξία που παρέχει η ευρωπαϊκή ρήτρα διαφυγής. Στόχος είναι να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη-μέλη να χρηματοδοτήσουν προσωρινά και στοχευμένα μέτρα στήριξης, χωρίς να βρεθούν αντιμέτωπα με τους συνήθεις δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Παράλληλα, η ελληνική πλευρά πρότεινε κοινή συνάντηση των υπουργών Ενέργειας με τους ομολόγους τους που είναι αρμόδιοι για τα οικονομικά και τη δημοσιονομική πολιτική, στο πλαίσιο του ECOFIN και του Eurogroup.
Η πρόταση αποσκοπεί στο να εξεταστούν οι δυνατότητες χρηματοδότησης παρεμβάσεων εντός των ευρωπαϊκών κανόνων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες από τη Σύνοδο, την πρωτοβουλία υποστήριξαν η Μάλτα, η Βουλγαρία, η Σλοβακία και η Ρουμανία.
Μείωση φόρων στο ηλεκτρικό ρεύμα στο τραπέζι
Μία από τις παρεμβάσεις που συζητούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφορά τη φορολογία της ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο Νταν Γιόργκενσεν τάχθηκε υπέρ της μείωσης των φόρων στο ρεύμα, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να περιορίσει άμεσα το κόστος για τους καταναλωτές και ταυτόχρονα να ενθαρρύνει τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας αντί άλλων καυσίμων.
Όπως ανέφερε, σε ορισμένα κράτη-μέλη η φορολογία στην ηλεκτρική ενέργεια είναι έως και τετραπλάσια από εκείνη που επιβάλλεται στο φυσικό αέριο. Η διαφοροποίηση αυτή, σύμφωνα με την προσέγγιση της Επιτροπής, δημιουργεί αντικίνητρα για τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί συγκεκριμένο ενιαίο ευρωπαϊκό πακέτο μέτρων για την προστασία των καταναλωτών από τις διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας και των καυσίμων. Οι συζητήσεις αφορούν κυρίως τις δυνατότητες που έχουν τα κράτη-μέλη να παρέμβουν με εθνικά μέτρα και τη δημοσιονομική ευελιξία που θα μπορούσε να δοθεί.
Γιατί η ενεργειακή κρίση απειλεί να επιβαρύνει τους λογαριασμούς
Η άνοδος της χονδρεμπορικής τιμής δεν μεταφέρεται αυτομάτως και με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Η επίδρασή της εξαρτάται από το είδος του τιμολογίου, τη διάρκεια των αυξήσεων, τις εμπορικές πολιτικές των προμηθευτών και τυχόν κρατικές παρεμβάσεις.
Οι καταναλωτές με κυμαινόμενα τιμολόγια είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις μεταβολές της αγοράς, καθώς οι χρεώσεις τους επηρεάζονται από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής. Αντίθετα, τα σταθερά τιμολόγια προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για το συμφωνημένο χρονικό διάστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι πάντοτε οικονομικότερα.
Για ένα νοικοκυριό, επομένως, η σύγκριση των διαθέσιμων προγραμμάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία πριν από την περίοδο αυξημένης κατανάλωσης. Εκτός από την τιμή ανά κιλοβατώρα, χρειάζεται να συνυπολογίζονται το πάγιο, οι προϋποθέσεις εκπτώσεων, η διάρκεια της σύμβασης και τυχόν χρεώσεις πρόωρης αποχώρησης.
Η εξέλιξη των τιμών φυσικού αερίου θα αποτελέσει επίσης κρίσιμο παράγοντα, καθώς το καύσιμο εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα.
Το δύσκολο στοίχημα του χειμώνα
Η Ευρώπη εισέρχεται στον χειμώνα με αυξημένη αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών και την επάρκεια των ενεργειακών προμηθειών. Η εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η διαθεσιμότητα φυσικού αερίου και πετρελαίου και η ένταση του ανταγωνισμού για φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) θα επηρεάσουν την πορεία της αγοράς.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η άνοδος στη χονδρεμπορική αγορά θα αποδειχθεί προσωρινή ή εάν θα διατηρηθεί σε επίπεδα που θα απαιτήσουν νέες παρεμβάσεις.
Η κυβέρνηση ζητά μεγαλύτερο περιθώριο για στοχευμένη στήριξη, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει επιλογές που θα μπορούσαν να μειώσουν το ενεργειακό κόστος. Ωστόσο, μέχρι να υπάρξουν συγκεκριμένες αποφάσεις, τα νοικοκυριά παραμένουν αντιμέτωπα με την αβεβαιότητα για το ύψος των λογαριασμών τους.
Το εάν ο φετινός χειμώνας θα εξελιχθεί σε νέα μεγάλη δοκιμασία για τους καταναλωτές θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της ενεργειακής αναταραχής και από το κατά πόσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα καταφέρουν να συντονίσουν έγκαιρα τις παρεμβάσεις τους.




