Ατάκα να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι; Η επικίνδυνη μόδα της πολιτικής επικοινωνίας

Google News Διαβάστε το AthensPolitics στο Google News

Η πολιτική ατάκα έχει 3 διαφορετικές σκηνές: την αίθουσα/studio, όπου μετρά το χειροκρότημα, την οθόνη, όπου μετρά η διάδοση & την κοινωνία, όπου κρίνεται αν ο πολίτης πείστηκε, αν υπάρχει αξιοπιστία ή αν εμπιστεύτηκε τον πολιτικό. Ατ

Γράφει η Αφροδίτη Κράβαρη: επικοινωνιολόγος με τρία μεταπτυχιακά σε Digital Systems, Communication & Journalism και Public Discourse & Digital Media. Διαθέτει πολυετή εμπειρία σε marketing, management και digital επικοινωνία, με εξειδίκευση στη δημιουργία περιεχομένου, τη στρατηγική digital επικοινωνία και το personal branding. Είναι ομιλήτρια και εκπαιδεύτρια σε οργανισμούς και brands, ενώ έχει πλούσια τηλεοπτική και αρθρογραφική παρουσία.

Στην ελληνική πολιτική, φαίνεται πως δεν αρκεί πλέον να έχεις πολιτική πρόταση. Πρέπει να έχεις και ατάκα. Ιδανικά, να χωράει σε 15 δευτερόλεπτα, να προκαλεί γέλια, να στριμώχνει τον αντίπαλο και να προσφέρεται για αναπαραγωγή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν συνοδεύεται από ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και το απαραίτητο χειροκρότημα των κομματικών χειροκροτητών, ακόμη καλύτερα. Αν, πάλι, απαντά και στην ερώτηση που τέθηκε, αυτό μπορεί να θεωρηθεί πολυτέλεια.

ΔΕΗ Fiber
Ατάκα να 'ναι κι ό,τι να 'ναι; Η επικίνδυνη μόδα της πολιτικής επικοινωνίας

Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πρωτάθλημα ευφυολογημάτων, με τους πολιτικούς να διεκδικούν την τελευταία λέξη και τα επικοινωνιακά επιτελεία να περιμένουν με αγωνία αν η ατάκα θα γίνει viral. Η πολιτική θέση μπορεί να είναι ασαφής, η απάντηση ελλιπής, το επιχείρημα ανεπαρκές. Και τι πειράζει; Αρκεί να υπάρχει μια φράση ικανή να αποσπάσει την προσοχή από όλα τα υπόλοιπα. Εξάλλου, ποιος έχει χρόνο να ασχοληθεί με τις λεπτομέρειες μιας πολιτικής πρότασης όταν μπορεί να απολαύσει ένα καλό λεκτικό ξεκατίνιασμα;

Η ατάκα, βεβαίως, δεν ανακαλύφθηκε μαζί με το TikTok. Η πολιτική είχε πάντοτε ειρωνεία, ευφυολογήματα και φράσεις που έμειναν στην ιστορία. Η διαφορά είναι ότι άλλοτε η εύστοχη ατάκα αποτελούσε την κορύφωση ενός επιχειρήματος, ενώ σήμερα κινδυνεύει να γίνει το υποκατάστατό του. Δε χρειάζεται πάντοτε να αποδείξεις ότι έχεις δίκιο. Αρκεί να κάνεις τον αντίπαλό σου να φανεί αστείος. Δεν είναι απαραίτητο να εξηγήσεις γιατί διαφωνείς. Μπορείς απλώς να πετάξεις έναν χαρακτηρισμό, να προκαλέσεις γέλια και να αφήσεις το επικοινωνιακό επιτελείο να αναλάβει τα υπόλοιπα. Το μοντάζ θα κάνει τη δουλειά του, οι υποστηρικτές θα πανηγυρίσουν και η ουσία μπορεί να περιμένει μέχρι την επόμενη τηλεοπτική εμφάνιση.

Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην εύστοχη πολιτική ατάκα και στην πολιτική γκάφα. Η πρώτη αποκαλύπτει μια αντίφαση, αποδομεί ένα επιχείρημα ή φωτίζει με ευφυΐα μια πολιτική ασυνέπεια. Η δεύτερη εκθέτει εκείνον που την εκφέρει. Και το γεγονός ότι μια φράση προκαλεί γέλιο ή γίνεται αντικείμενο αναπαραγωγής δε σημαίνει ότι αποτελεί και επιτυχία. Μερικές φορές, μάλιστα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η ατάκα γίνεται viral επειδή είναι άστοχη, προσβλητική, αμήχανη ή τόσο ασύμβατη με τη θεσμική ιδιότητα του ομιλητή, ώστε το κοινό αναρωτιέται αν πράγματι ειπώθηκε από πολιτικό που κατέχει δημόσιο αξίωμα.

image 8

Διότι δεν είναι όλες οι ατάκες δείγμα ευφυΐας. Ορισμένες είναι απλώς μεγάλες γκάφες, μεταμφιεσμένες σε επικοινωνιακές επιτυχίες από εκείνους που έχουν κάθε λόγο να τις παρουσιάσουν έτσι. Και δεν είναι κάθε λεκτική επίθεση πολιτική γενναιότητα. Μερικές φορές είναι απλώς έλλειψη μέτρου. Δεν είναι κάθε ειρωνεία δείγμα αυτοπεποίθησης. Μπορεί να είναι αμηχανία απέναντι σε μια δύσκολη ερώτηση. Και δεν είναι κάθε προσβολή αποδόμηση του αντιπάλου. Μπορεί να είναι η πιο εύκολη διέξοδος για κάποιον που δεν έχει μια πειστική απάντηση να δώσει.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν η ατάκα ξεπερνά τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και προσκρούει στον στοιχειώδη πολιτικό πολιτισμό. Η πολιτική δεν είναι χώρος όπου όλα επιτρέπονται στο όνομα της τηλεθέασης ή της ψηφιακής απήχησης. Η δημόσια θέση συνεπάγεται ευθύνη, αυτοσυγκράτηση και επίγνωση του θεσμικού ρόλου. Άλλο να είσαι αιχμηρός και άλλο να γίνεσαι προσβλητικός. Άλλο να σατιρίζεις μια πολιτική επιλογή και άλλο να υποβαθμίζεις τον δημόσιο διάλογο σε προσωπική αντιπαράθεση. Άλλο να αποδομείς τον αντίπαλο με επιχειρήματα και άλλο να θεωρείς ότι μια φράση που προκαλεί γέλια σε ένα κομματικό ακροατήριο αποτελεί αυτομάτως πολιτικό επίτευγμα.

Από πότε, αλήθεια, η έλλειψη αυτοσυγκράτησης βαφτίστηκε αυθεντικότητα;

Και πότε η αγένεια απέκτησε το κύρος της πολιτικής ευστροφίας; Αν η πολιτική αντιπαράθεση χρειάζεται διαρκώς προσβολές για να γίνει ενδιαφέρουσα, μήπως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο κοινό που βαριέται, αλλά στους πολιτικούς που αδυνατούν να κάνουν ενδιαφέρουσα την ουσία; Γιατί η ευκολία με την οποία μια ατάκα προκαλεί γέλια δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι ο δημόσιος λόγος δεν εκφέρεται σε ιδιωτική παρέα. Εκφέρεται από ανθρώπους που εκπροσωπούν πολίτες, κόμματα και, σε πολλές περιπτώσεις, θεσμούς.

Αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για τα κυβερνητικά στελέχη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κατά καιρούς απευθύνει δημόσιες συστάσεις για χαμηλούς τόνους, αυτοσυγκράτηση και σύνεση στα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, ιδίως όταν οι δημόσιες τοποθετήσεις τους κινδυνεύουν να δημιουργήσουν περιττές εντάσεις ή να προκαλέσουν πολιτικό κόστος. Η λογική μιας τέτοιας σύστασης είναι σαφής: όποιος συμμετέχει στην κυβέρνηση δεν εκπροσωπεί μόνο τον εαυτό του. Ο λόγος του αποκτά διαφορετικό βάρος, επειδή συνδέεται με το κυβερνών κόμμα και, συχνά, με τη λειτουργία της ίδιας της κυβέρνησης.

image 9

Και εδώ προκύπτει μια αντίφαση που αξίζει να επισημανθεί. Από τη μία πλευρά, ο πρωθυπουργός καλεί τα στελέχη του να κρατούν χαμηλό προφίλ και να επιδεικνύουν σύνεση. Από την άλλη, η πολιτική καθημερινότητα συχνά επιβραβεύει την υπερβολή, την επιθετικότητα και τις δηλώσεις που προκαλούν θόρυβο. Ποιο από τα δύο μηνύματα υπερισχύει τελικά; Η θεσμική σοβαρότητα ή η προσωπική προβολή; Η ανάγκη να προστατευθεί η αξιοπιστία της κυβέρνησης ή η επιθυμία κάθε στελέχους να αποκτήσει το δικό του viral στιγμιότυπο;

Γιατί ένα κυβερνητικό στέλεχος δε μπορεί να συμπεριφέρεται σαν να σχολιάζει από την κερκίδα. Δεν είναι ένας τυχαίος χρήστης των κοινωνικών δικτύων που αναζητά την πιο αιχμηρή ατάκα για να κερδίσει μερικές αντιδράσεις. Έχει θεσμικό ρόλο και ο λόγος του αξιολογείται διαφορετικά. Μια άστοχη δήλωση δεν μένει αναγκαστικά προσωπική υπόθεση του ίδιου. Μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στο κόμμα του, να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση σε ένα θέμα που η κυβέρνηση δεν επιθυμούσε να ανοίξει και να αναγκάσει τον πρωθυπουργό ή άλλους υπουργούς να εξηγούν, να διευκρινίζουν ή να αποστασιοποιούνται. Με άλλα λόγια, μια ατάκα που σχεδιάστηκε για να προσφέρει δημοσιότητα σε ένα στέλεχος μπορεί να καταλήξει να κοστίζει πολιτικά σε ολόκληρη την κυβέρνηση.

Και τότε αρχίζει η γνωστή διαδικασία των διευκρινίσεων. Η δήλωση παρερμηνεύτηκε, το απόσπασμα απομονώθηκε, η πρόθεση ήταν διαφορετική, τα λόγια δεν αποδόθηκαν στο σωστό πλαίσιο. Όλα μπορεί πράγματι να συμβούν. Δεν είναι κάθε αρνητική αντίδραση απόδειξη ότι μια δήλωση ήταν λανθασμένη. Αλλά όταν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις για την ατάκα από όσες χρειάστηκαν για το αρχικό ζήτημα, ίσως το επικοινωνιακό επίτευγμα να μην ήταν τόσο μεγάλο όσο αρχικά παρουσιάστηκε. Αν μια φράση χρειάζεται ολόκληρη επιχείρηση αποκατάστασης για να εξηγηθεί τι υποτίθεται ότι ήθελε να πει ο ομιλητής, πόσο εύστοχη ήταν τελικά;

Η ευθύνη, βέβαια, δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση δεν εξαιρείται από την ανάγκη μέτρου, ούτε η πολιτική ευφυΐα αποτελεί προνόμιο μιας παράταξης. Η εύκολη προσβολή είναι εξίσου εύκολη είτε προέρχεται από υπουργό είτε από βουλευτή της αντιπολίτευσης. Η διαφορά είναι ότι η θέση ευθύνης συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις. Όσο μεγαλύτερη είναι η θεσμική ισχύς ενός πολιτικού, τόσο περισσότερο οφείλει να γνωρίζει ότι τα λόγια του δεν είναι απλώς προσωπική εκτόνωση. Η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να είναι σκληρή, αλλά δεν χρειάζεται να είναι απρεπής για να είναι αποτελεσματική.

Στη σημερινή επικοινωνιακή πραγματικότητα, πάντως, ο πολιτικός δεν ανταγωνίζεται μόνο τον αντίπαλό του. Ανταγωνίζεται τον αλγόριθμο, το χρόνο προσοχής του χρήστη και την επόμενη ειδοποίηση στο κινητό του. Μια σύνθετη απάντηση για την οικονομία απαιτεί συγκέντρωση. Μια προσβλητική ατάκα απαιτεί μόνο ένα δευτερόλεπτο. Μια τεκμηριωμένη πρόταση χρειάζεται χρόνο για να εξηγηθεί. Ένα ειρωνικό σχόλιο μπορεί να διαδοθεί σε χιλιάδες οθόνες πριν ολοκληρωθεί η συνεδρίαση. Δεν είναι περίεργο που η πολιτική αναζητά ολοένα και περισσότερο την ευκολία του στιγμιότυπου. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε πολιτικούς που μπορούν να διαχειριστούν δύσκολα προβλήματα ή πολιτικούς που ξέρουν να διαχειρίζονται το μοντάζ.

image 10

Ο αλγόριθμος δεν αξιολογεί αν μια πρόταση είναι εφαρμόσιμη, αν μια απάντηση είναι τεκμηριωμένη ή αν ο ομιλητής απέφυγε επιμελώς να απαντήσει σε όσα τον ρώτησαν. Μετρά αντιδράσεις. Και η σύγκρουση πουλάει. Η ειρωνεία πουλάει. Η αμηχανία πουλάει. Η δημόσια έκθεση του αντιπάλου μπορεί να πουλήσει ακόμη περισσότερο. Η σοβαρή επιχειρηματολογία, αντιθέτως, έχει την κακή συνήθεια να απαιτεί χρόνο και προσοχή. Έτσι, μια ατάκα μπορεί να αποκτήσει τεράστια ψηφιακή διάδοση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ομιλητής κέρδισε την εμπιστοσύνη του κοινού. Μπορεί να γελούν μαζί του, αλλά μπορεί να γελούν και εις βάρος του. Στον ψηφιακό κόσμο, η διάκριση δεν είναι πάντοτε αυτονόητη, όσο κι αν θα ήθελαν τα επικοινωνιακά επιτελεία να είναι.

Η πολιτική ατάκα, επομένως, έχει 3 διαφορετικές σκηνές: την αίθουσα, όπου μετρά το χειροκρότημα· την οθόνη, όπου μετρά η διάδοση· και την κοινωνία, όπου κρίνεται αν ο πολίτης πείστηκε ή αν εμπιστεύτηκε τον πολιτικό. Οι τρεις αυτές σκηνές δεν ταυτίζονται. Μπορεί ένας πολιτικός να αποθεωθεί από τους δικούς του, να γίνει viral και να μην έχει απαντήσει απολύτως τίποτα. Μπορεί ακόμη να προκαλέσει μια εντυπωσιακή επικοινωνιακή κρίση και να αναγκαστεί στη συνέχεια να εξηγεί γιατί είπε όσα είπε. Η προβολή δεν είναι πάντα κέρδος. Μερικές φορές είναι απλώς μεγαλύτερη έκθεση μιας κακής στιγμής.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν ο πολιτικός εγκλωβίζεται στον ρόλο του διαρκώς ετοιμόλογου πρωταγωνιστή. Το κοινό αρχίζει να περιμένει όχι την επόμενη πολιτική θέση, αλλά την επόμενη ατάκα. Κάθε εμφάνιση πρέπει να προσφέρει ένα νέο στιγμιότυπο, κάθε αντιπαράθεση ένα νέο απόσπασμα, κάθε δύσκολη ερώτηση μια ευκαιρία για λεκτικό ακροβατισμό. Και αν ο πολιτικός αποφασίσει να απαντήσει σοβαρά, υπάρχει κίνδυνος να χαρακτηριστεί βαρετός. Φτάσαμε, δηλαδή, στο σημείο η υπεκφυγή με χιούμορ να θεωρείται επικοινωνιακή επιτυχία, ενώ η αναλυτική απάντηση να κινδυνεύει να θεωρηθεί αποτυχία επειδή δεν προσφέρεται για αναπαραγωγή.

Αν θέλουμε να αξιολογήσουμε μια πολιτική ατάκα, δεν αρκεί να ρωτήσουμε αν ήταν έξυπνη. Πρέπει να εξετάσουμε αν ήταν εύστοχη, αν απαντούσε στο ζήτημα, αν ανέδειξε μια πραγματική αντίφαση ή αν απλώς προσέφερε έναν εύκολο χαρακτηρισμό. Πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε αν ήταν συμβατή με τη θεσμική ιδιότητα εκείνου που την εκστόμισε. Γιατί η πολιτική ευθύνη δεν αρχίζει όταν ένας πολιτικός αναλαμβάνει υπουργείο ούτε τελειώνει όταν κλείνει το μικρόφωνο. Συνοδεύει τον δημόσιο λόγο του, ακόμη και όταν εκείνος επιλέγει να τον μετατρέψει σε θέαμα.

Η επικοινωνία είναι αναγκαία στην πολιτική. Η ευφυΐα, το χιούμορ και η ειρωνεία μπορούν να κάνουν ένα μήνυμα πιο σαφές και πιο αποτελεσματικό. Δεν είναι, όμως, αυτοσκοπός. Μια ατάκα μπορεί να ανοίξει τη συζήτηση, να υπογραμμίσει ένα επιχείρημα ή να αποκαλύψει μια αντίφαση. Δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι για την απουσία περιεχομένου ούτε να δικαιολογεί την εγκατάλειψη του πολιτικού μέτρου. Και ασφαλώς δεν μπορεί κάθε άστοχη δήλωση να βαφτίζεται «επικοινωνιακή επιτυχία» μόνο και μόνο επειδή συζητήθηκε πολύ.

Στο κάτω κάτω, οι πολίτες δεν εκλέγουν stand-up comedians ούτε αναθέτουν τη διακυβέρνηση της χώρας σε εκείνον που προκάλεσε τα περισσότερα γέλια σε μια τηλεοπτική αντιπαράθεση. Η πολιτική απαιτεί αποφάσεις, σχέδιο, συνέπεια και λογοδοσία. Η ατάκα μπορεί να κάνει έναν πολιτικό πιο αναγνωρίσιμο, δεν τον κάνει αυτομάτως πιο αξιόπιστο. Μπορεί να τον κάνει πρωταγωνιστή για μια ημέρα, δεν αποδεικνύει ότι μπορεί να διαχειριστεί ένα πρόβλημα για τέσσερα χρόνια. Και όταν η ανάγκη για δημοσιότητα υπερισχύει της ανάγκης για σύνεση, το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα η πολιτική ευστροφία. Συχνά είναι μια γκάφα με μεγάλη απήχηση.

Ίσως, λοιπόν, μετά από κάθε εντυπωσιακή ατάκα, η σωστή ερώτηση να μην είναι «ποιος αποστόμωσε ποιον;», αλλά «τι ακριβώς απαντήθηκε;». Και όταν πρόκειται για κυβερνητικό στέλεχος, να προσθέτουμε ακόμη μία: «Ήταν αυτή η δήλωση αντάξια της θεσμικής ευθύνης που έχει αναλάβει;». Γιατί η σύνεση δεν είναι επικοινωνιακή αδυναμία, όπως η ένταση δεν είναι απόδειξη πολιτικής πυγμής. Και το χαμηλό προφίλ δεν σημαίνει απουσία πολιτικού λόγου· σημαίνει ότι γνωρίζεις πότε αξίζει να μιλήσεις, τι πρέπει να πεις και, κυρίως, τι δεν χρειάζεται να πεις μόνο και μόνο για να ακουστείς.

Στο τέλος, η ατάκα μπορεί να κερδίσει τη στιγμή, το χειροκρότημα και την οθόνη. Μπορεί να προσφέρει δημοσιότητα, αλλά μπορεί και να εκθέσει εκείνον που την εκφέρει. Το επιχείρημα, όμως, είναι αυτό που πρέπει να αντέξει όταν σβήσουν τα φώτα. Γιατί όταν όλοι διεκδικούν την τελευταία λέξη, κάποιος πρέπει να θυμίσει ότι η τελευταία λέξη δεν είναι απαραίτητα και η σωστή. Και όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαγωνισμό ατάκας, με τις γκάφες να βαφτίζονται επιτυχίες και την απρέπεια να πλασάρεται ως αυθεντικότητα, δεν έχουμε απαραίτητα μπροστά μας μια νέα εποχή πολιτικής επικοινωνίας. Έχουμε, ενδεχομένως, την παλιά πολιτική επιπολαιότητα σε πιο γρήγορη σύνδεση και με πολύ καλύτερο μοντάζ.


Τελευταίες Αναρτήσεις

Προσθέστε το AthensPolitics.gr στις πηγές σας στη Google
Προσθήκη στις πηγές μου
Επιλέξτε το AthensPolitics ως προτιμώμενη πηγή ειδήσεων.

Σχετικά

Leave a reply

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ