Η βαριά δημόσια αναφορά, το εξώδικο και η εκ των υστέρων διευκρίνιση για τη δικονομική ιδιότητα του Γρηγόρη Δημητριάδης
Μια δημόσια αντιπαράθεση με ιδιαίτερο νομικό και πολιτικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο επίκεντρο μετά τις αναφορές του καθηγητή Νομικής Παύλου Ελευθεριάδη στον Γρηγόρη Δημητριάδη και την εξώδικη αντίδραση του τελευταίου.

Η υπόθεση έχει μια ιδιαίτερη πτυχή: ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποιήθηκε αρχικά ήταν ιδιαίτερα βαρύς, ενώ στη συνέχεια χρειάστηκε να διευκρινιστεί ότι ο Γρηγόρης Δημητριάδης δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου.
Και αυτό είναι ένα σημείο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.
«Ο κατηγορούμενος Γρηγόρης Δημητριάδης»
Τον Ιούλιο, ο Παύλος Ελευθεριάδης σχολίασε δημόσια τη συνέντευξη του Γρηγόρη Δημητριάδη για την υπόθεση των υποκλοπών. Η ανάρτηση είχε τίτλο «Ο κατηγορούμενος Γρηγόρης Δημητριάδης» και ο καθηγητής υποστήριζε ότι ο Δημητριάδης ήταν «ύποπτος πολύ σοβαρών κακουργημάτων» και ότι θα έπρεπε να μιλήσει «ως κατηγορούμενος στον εισαγγελέα».
Δεν πρόκειται για μια απλή πολιτική κριτική.
Η χρήση του όρου «κατηγορούμενος», ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από αναφορά σε «πολύ σοβαρά κακουργήματα», δημιουργεί στον αναγνώστη μια σαφή εικόνα για τη νομική θέση ενός προσώπου.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
Η κρίσιμη παραδοχή
Μετά το εξώδικο του Γρηγόρη Δημητριάδη, ο κ. Ελευθεριάδης προχώρησε σε διευκρινίσεις σχετικά με τη δικονομική ιδιότητα του πρώην γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού.
Σύμφωνα με το κείμενο της εξώδικης απάντησης που παρατίθεται στην υπόθεση, αναγνωρίζεται ότι ο Δημητριάδης δεν απέκτησε τη δικονομική ιδιότητα του κατηγορουμένου.
Παράλληλα, ο καθηγητής αναφέρει ότι γνώριζε πως ο Δημητριάδης είχε εξεταστεί ως μάρτυρας.
Αυτό δημιουργεί ένα εύλογο δημοσιογραφικό ερώτημα:
Πώς μπορεί ένας άνθρωπος που εξετάστηκε ως μάρτυρας και δεν απέκτησε την ιδιότητα του κατηγορουμένου να παρουσιάζεται δημόσια με τον τίτλο «ο κατηγορούμενος»;
Η απάντηση δεν είναι απλώς θέμα λεκτικής επιλογής. Οι νομικοί όροι έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο και ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται δημόσια από καθηγητή Νομικής η ακρίβεια αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Άλλο η κριτική και άλλο η απόδοση ιδιότητας
Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα του κ. Ελευθεριάδη να ασκεί κριτική στον Γρηγόρη Δημητριάδη.
Μπορεί να διαφωνεί με τις δηλώσεις του. Μπορεί να θεωρεί ότι η υπόθεση των υποκλοπών δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς. Μπορεί να ζητά περισσότερες απαντήσεις από οποιοδήποτε πολιτικό πρόσωπο.
Όλα αυτά αποτελούν μέρος της δημόσιας συζήτησης.
Διαφορετικό πράγμα, όμως, είναι να αποδίδεται σε κάποιον μια συγκεκριμένη ποινική δικονομική ιδιότητα την οποία δεν είχε.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της αντίδρασης του Γρηγόρη Δημητριάδη.
Δεν πρόκειται απλώς για διαφωνία μεταξύ δύο προσώπων. Πρόκειται για το εάν ένας δημόσιος σχολιασμός μπορεί να αποδίδει σε ένα πρόσωπο μια νομική ιδιότητα διαφορετική από εκείνη που πραγματικά είχε.
Ο Δημητριάδης δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι «δεν είναι κατηγορούμενος»
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση.
Σε μια δικαιοκρατούμενη κοινωνία, η ποινική ευθύνη δεν αποδεικνύεται από έναν τίτλο εφημερίδας, μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή μια δημόσια παρέμβαση ενός καθηγητή.
Κρίνεται από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές και μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Επομένως, όταν κάποιος χαρακτηρίζεται δημόσια ως «κατηγορούμενος», ενώ στη συνέχεια διευκρινίζεται ότι δεν είχε αυτή τη δικονομική ιδιότητα, το βάρος της ακρίβειας πέφτει σε εκείνον που έκανε τον αρχικό χαρακτηρισμό.
Ο Δημητριάδης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι δεν είναι κατηγορούμενος. Εφόσον δεν είχε αυτή την ιδιότητα, η δημόσια αναφορά πρέπει να είναι ακριβής.
Η έννοια του «υπόπτου»
Ακόμη και η μεταγενέστερη αναφορά στην ιδιότητα του «υπόπτου» χρειάζεται προσοχή.
Το ότι ένα πρόσωπο έχει καταμηνυθεί ή ότι υπάρχουν δημόσιες αναφορές γύρω από το όνομά του δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει αποκτήσει συγκεκριμένη δικονομική ιδιότητα.
Και ακόμη περισσότερο: η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να μετατρέπει τις πολιτικές ή δημοσιογραφικές καταγγελίες σε δικαστικές διαπιστώσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται η κριτική.
Σημαίνει ότι η κριτική πρέπει να ξεχωρίζει από την απόδοση γεγονότων ως αποδεδειγμένων.
Η ουσία της υπόθεσης
Ο Γρηγόρης Δημητριάδης μπορεί να κριθεί για τις δημόσιες δηλώσεις του, για τις πολιτικές του επιλογές και για τον ρόλο που είχε στην κυβέρνηση.
Μπορεί επίσης να δέχεται σκληρή πολιτική κριτική για την υπόθεση των υποκλοπών.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Εκείνο που δεν είναι θεμιτό, όμως, είναι να δημιουργείται η εντύπωση ότι έχει ήδη αποκτήσει μια συγκεκριμένη ποινική ιδιότητα, όταν κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τη δικονομική πραγματικότητα.
Και ειδικά όταν η ίδια η μεταγενέστερη απάντηση του επικριτή αναγνωρίζει ότι δεν υπήρξε ιδιότητα κατηγορουμένου, τότε η αρχική διατύπωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Η ελευθερία της κριτικής απαιτεί και ακρίβεια
Η δημόσια συζήτηση για τις υποκλοπές είναι απολύτως θεμιτό να συνεχίζεται.
Όμως η ελευθερία της έκφρασης και η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν απαλλάσσουν κανέναν από την υποχρέωση να διαχωρίζει την άποψη από το γεγονός.
Ο Παύλος Ελευθεριάδης είχε κάθε δικαίωμα να ασκήσει αυστηρή κριτική στον Γρηγόρη Δημητριάδη.
Το ζήτημα είναι ότι η συγκεκριμένη κριτική δεν περιορίστηκε σε πολιτική αξιολόγηση. Περιείχε και έναν σαφή νομικό χαρακτηρισμό: «ο κατηγορούμενος Γρηγόρης Δημητριάδης».
Και όταν στη συνέχεια διευκρινίζεται ότι ο Δημητριάδης δεν ήταν κατηγορούμενος, τότε εύλογα τίθεται το ερώτημα εάν η αρχική διατύπωση ήταν πράγματι δικαιολογημένη.
Το δικαίωμα στην αποκατάσταση
Το εξώδικο του Γρηγόρη Δημητριάδη μπορεί, επομένως, να διαβαστεί και ως προσπάθεια να μπει ένα όριο ανάμεσα στην πολιτική κριτική και στην απόδοση ποινικών χαρακτηρισμών.
Δεν ζητά κανείς να σταματήσει η κριτική για την υπόθεση των υποκλοπών.
Αυτό που ζητείται είναι κάτι πολύ πιο βασικό: όταν γίνεται αναφορά στη νομική κατάσταση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, οι λέξεις να ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.
Γιατί η διαφορά ανάμεσα στον «ύποπτο», τον «μάρτυρα» και τον «κατηγορούμενο» δεν είναι φιλολογική λεπτομέρεια.
Είναι η ίδια η ουσία της ποινικής διαδικασίας.
Και στην περίπτωση του Γρηγόρη Δημητριάδη, η μεταγενέστερη αναγνώριση ότι δεν απέκτησε την ιδιότητα του κατηγορουμένου καθιστά απολύτως εύλογο το ερώτημα αν ο αρχικός δημόσιος χαρακτηρισμός ήταν υπερβολικός και αν τελικά αδίκησε ένα πρόσωπο που είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση της εικόνας του.
Η σκληρή κριτική είναι δικαίωμα. Η ανακριβής απόδοση μιας ποινικής ιδιότητας, όμως, είναι διαφορετικό ζήτημα.



