Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι κυβερνητικά στελέχη και ανώτατοι αξιωματούχοι εξακολουθούν να παραλείπουν τη συνταγματική ονομασία της χώρας – Προειδοποιεί ότι η μη εφαρμογή των διμερών συμφωνιών μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις με την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή πορεία των Σκοπίων

Σαφές μήνυμα προς την κυβέρνηση της Βόρειας Μακεδονίας για την ανάγκη πλήρους και καλόπιστης εφαρμογής της Συμφωνίας των Πρεσπών στέλνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσα από την ετήσια έκθεση προόδου για τη χώρα, που δημοσιοποιήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2026.
Στην έκθεση, οι Βρυξέλλες επισημαίνουν ότι μέλη της κυβέρνησης και ανώτεροι κρατικοί αξιωματούχοι εξακολουθούν κατά καιρούς να παραβλέπουν τις προβλέψεις της συμφωνίας, μεταξύ άλλων αποφεύγοντας να χρησιμοποιούν τη συνταγματική ονομασία «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας».
Η Επιτροπή προειδοποιεί ότι η πρακτική αυτή ενδέχεται να επηρεάσει τις σχέσεις καλής γειτονίας, υπογραμμίζοντας ότι η τήρηση των διμερών συμφωνιών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ομαλή συνεργασία των χωρών της περιοχής και την πρόοδο στην ευρωπαϊκή τους πορεία.
Η επισήμανση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η χρήση του ονόματος «Μακεδονία», χωρίς τον γεωγραφικό προσδιορισμό «Βόρεια», έχει επανέλθει συστηματικά στον δημόσιο λόγο του πρωθυπουργού Χρίστιαν Μίτσκοσκι, αλλά και άλλων στελεχών του κυβερνώντος κόμματος VMRO-DPMNE.
Η σαφής αναφορά της Κομισιόν στη Συμφωνία των Πρεσπών
Στο κεφάλαιο που αφορά τις σχέσεις καλής γειτονίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η συνεργασία ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βόρεια Μακεδονία συνεχίζεται σε σειρά τομέων, όπως η οικονομία, οι υποδομές, η ενεργειακή διασυνδεσιμότητα, ο τουρισμός και ο πολιτισμός.
Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η καλόπιστη εφαρμογή των διμερών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της Συμφωνίας των Πρεσπών, παραμένει απαραίτητη.
«Μέλη της κυβέρνησης και ανώτεροι αξιωματούχοι παραβλέπουν κατά καιρούς τη Συμφωνία, μεταξύ άλλων μη χρησιμοποιώντας τη συνταγματική ονομασία της χώρας, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τις σχέσεις καλής γειτονίας», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.
Η διατύπωση αποτυπώνει την ανησυχία των Βρυξελλών για τη στάση της πολιτικής ηγεσίας στα Σκόπια και επαναφέρει στο επίκεντρο την υποχρέωση εφαρμογής μιας διεθνούς συμφωνίας που έχει τεθεί σε ισχύ και δεσμεύει τις δύο πλευρές.
Μίτσκοσκι και VMRO-DPMNE επιμένουν στη χρήση του όρου «Μακεδονία»
Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας, Χρίστιαν Μίτσκοσκι, καθώς και κυβερνητικά στελέχη και βουλευτές του VMRO-DPMNE, χρησιμοποιούν συχνά στις δημόσιες τοποθετήσεις τους την ονομασία «Μακεδονία», παραλείποντας τον προσδιορισμό «Βόρεια».
Η πρακτική αυτή έχει προκαλέσει επανειλημμένα αντιδράσεις από την ελληνική πλευρά, καθώς η Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπει ότι η νέα ονομασία ισχύει τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στις διεθνείς σχέσεις της.
Η Κομισιόν, με τη νέα έκθεση, δεν περιορίζεται σε μια γενική αναφορά στην ανάγκη καλών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Καταγράφει συγκεκριμένα ότι η μη χρήση της συνταγματικής ονομασίας από κυβερνητικά στελέχη συνιστά απόκλιση από τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη συμφωνία.
Η παρατήρηση έχει πολιτική και διπλωματική βαρύτητα, καθώς η τήρηση των συμφωνιών καλής γειτονίας αποτελεί σταθερό στοιχείο της αξιολόγησης των υποψήφιων προς ένταξη χωρών.
Τι προβλέπει η Συμφωνία των Πρεσπών
Η Συμφωνία των Πρεσπών υπεγράφη τον Ιούνιο του 2018 από την Ελλάδα και την τότε ΠΓΔΜ και τέθηκε σε ισχύ τον Φεβρουάριο του 2019.
Με τη συμφωνία επιλύθηκε η πολυετής διαφορά για το ονοματολογικό, με τη γειτονική χώρα να υιοθετεί τη συνταγματική ονομασία «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και τη σύντομη μορφή «Βόρεια Μακεδονία».
Η ονομασία προβλέπεται να χρησιμοποιείται erga omnes, δηλαδή έναντι όλων, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στις διεθνείς και διμερείς σχέσεις της.
Η συμφωνία αποτέλεσε επίσης το πλαίσιο για την εξομάλυνση των σχέσεων Αθήνας και Σκοπίων και την άρση των ελληνικών αντιρρήσεων για την ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή της προοπτική.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει τη Συμφωνία των Πρεσπών νομικά δεσμευτική βάσει του διεθνούς δικαίου, επιμένοντας ότι πρέπει να εφαρμόζεται με καλή πίστη από όλα τα μέρη.
Το ευρωπαϊκό μήνυμα και οι εκκρεμότητες της ενταξιακής πορείας
Η κριτική για τη Συμφωνία των Πρεσπών εντάσσεται σε μια ευρύτερη αξιολόγηση της προόδου της Βόρειας Μακεδονίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην ίδια έκθεση, η Επιτροπή σημειώνει ότι η χώρα δεν έχει ακόμη προχωρήσει στις αναγκαίες συνταγματικές τροποποιήσεις, τις οποίες έχει δεσμευθεί να υλοποιήσει στο πλαίσιο των συμπερασμάτων του Συμβουλίου της ΕΕ του 2022.
Οι αλλαγές αυτές αποτελούν βασική εκκρεμότητα για την προώθηση της ενταξιακής διαδικασίας. Παράλληλα, η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι έχουν σημειωθεί σημαντικά βήματα στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα ανάπτυξης, επισημαίνοντας όμως ότι απαιτούνται πρόσθετες προσπάθειες στο κράτος δικαίου και στα προαπαιτούμενα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.
Το μήνυμα των Βρυξελλών είναι ότι η πρόοδος προς την ένταξη δεν εξαρτάται μόνο από τεχνικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και από τον σεβασμό των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα απέναντι στους γείτονές της.
Η συνεργασία με την Ελλάδα συνεχίζεται, αλλά οι δεσμεύσεις παραμένουν
Παρά τις διαφωνίες γύρω από τη χρήση της ονομασίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι η διμερής συνεργασία Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας εξακολουθεί να εξελίσσεται σε πρακτικό επίπεδο.
Οι δύο χώρες διατηρούν επαφές και συνεργασίες σε οικονομικά ζητήματα, έργα υποδομών, ενεργειακές διασυνδέσεις, τουρισμό και πολιτισμό. Η Κομισιόν θεωρεί ότι η διατήρηση αυτών των διαύλων είναι σημαντική για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, όμως, ξεκαθαρίζει ότι η συνεργασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εφαρμογή των συμφωνημένων υποχρεώσεων. Η Συμφωνία των Πρεσπών εξακολουθεί να αποτελεί δεσμευτικό πλαίσιο και η τήρησή της συνδέεται άμεσα με τις σχέσεις καλής γειτονίας.
Η έκθεση του 2026 επαναφέρει, επομένως, το ζήτημα της συνέπειας της κυβέρνησης Μίτσκοσκι απέναντι στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προειδοποιεί ότι η απόκλιση από τη συμφωνία μπορεί να έχει επιπτώσεις στις σχέσεις με την Ελλάδα και να δυσχεράνει την ευρωπαϊκή προοπτική της Βόρειας Μακεδονίας.




