Αρθρογραφεί ο: Γιώργος Κατημερτζής, μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ) ΚΚΕ
Σε περιόδους διεθνούς αστάθειας, όπου η γεωπολιτική πραγματικότητα μεταβάλλεται με ταχύτητα και οι απειλές ασφαλείας καθίστανται όλο και πιο σύνθετες, η ευθύνη του πολιτικού λόγου καθίσταται βαρύτερη από ποτέ. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ και ως πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της ανάγκης για αποτροπή, της προστασίας των εθνικών της συμφερόντων και της διατήρησης της περιφερειακής σταθερότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να ενισχύσει την αντιαεροπορική άμυνα της Κύπρου με την αποστολή τεσσάρων μαχητικών F-16 και δύο φρεγατών αποτελεί μια πράξη θεσμικής ευθύνης και στρατηγικής συνέπειας, η οποία εδράζεται σε μια διαχρονική αρχή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: την αδιαπραγμάτευτη στήριξη της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΚΚΕ ΚΚΕ ΚΚΕ ΚΚΕ ΚΚΕ ΚΚΕ
Ωστόσο, αντί η συγκεκριμένη πρωτοβουλία να αντιμετωπιστεί με τη στοιχειώδη σοβαρότητα που απαιτούν οι περιστάσεις, η δημόσια συζήτηση επηρεάστηκε από δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, οι οποίες όχι μόνο αναπαράγουν μια παρωχημένη ιδεολογική ερμηνεία των διεθνών εξελίξεων αλλά, κυρίως, δημιουργούν ερωτήματα σχετικά με το επίπεδο υπευθυνότητας που οφείλει να χαρακτηρίζει τον δημόσιο λόγο ενός κοινοβουλευτικού κόμματος.

Ο κ. Κουτσούμπας υποστήριξε ότι δύο από τα τέσσερα drones που αναχαιτίστηκαν στον εναέριο χώρο της Κύπρου είχαν ως τελικό στόχο τη ναυτική βάση της Σούδας στην Κρήτη, επικαλούμενος –όπως ο ίδιος δήλωσε– «έγκυρη πληροφορία». Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η εμπλοκή της Ελλάδας στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής ενδέχεται να καταστήσει τη χώρα στόχο αντιποίνων.
Ανεξαρτήτως της αξιοπιστίας ή μη των πληροφοριών στις οποίες αναφέρθηκε, το βασικό ζήτημα δεν είναι απλώς η ακρίβεια μιας εκτίμησης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο τέτοιου είδους ισχυρισμοί εισάγονται στον δημόσιο διάλογο, ιδιαίτερα όταν αφορούν ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Η δημόσια διατύπωση πληροφοριών για υποτιθέμενες επιθέσεις εναντίον στρατηγικών υποδομών της χώρας, χωρίς θεσμική επιβεβαίωση από τα αρμόδια κρατικά όργανα, δεν συμβάλλει στη διαφάνεια ούτε στη δημοκρατική λογοδοσία. Αντιθέτως, ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει σύγχυση, ανησυχία και, κυρίως, να υπονομεύσει την αξιοπιστία της εθνικής στρατηγικής.
Η Ελλάδα δεν είναι ένα κράτος που λειτουργεί με βάση την αυτοσχεδιαστική διαχείριση κρίσεων ή με τη λογική των πρόχειρων εντυπώσεων. Διαθέτει θεσμούς, δομές εθνικής ασφάλειας, υπηρεσίες πληροφοριών και ένοπλες δυνάμεις που έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα να αξιολογούν τις απειλές και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα. Η απόφαση για ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας της Κύπρου δεν αποτελεί μια αυθαίρετη πολιτική επιλογή, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου, η οποία έχει βαθιές ιστορικές και γεωπολιτικές ρίζες. Η Κύπρος αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βρίσκεται σε μια περιοχή όπου οι εντάσεις έχουν ενταθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Η ενίσχυση της άμυνας της νήσου, ιδίως απέναντι σε ασύμμετρες απειλές όπως drones και πύραυλοι, δεν είναι απλώς μια πράξη αλληλεγγύης μεταξύ δύο κρατών με κοινή ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα· είναι μια επιλογή που ενισχύει τη συνολική σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η στάση του ΚΚΕ, ωστόσο, φαίνεται να αγνοεί αυτή τη γεωπολιτική πραγματικότητα. Η ερμηνεία των εξελίξεων αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα ενός «ιμπεριαλιστικού πολέμου», όπως συχνά υποστηρίζει το κόμμα, οδηγεί σε μια απλουστευτική ανάγνωση των διεθνών σχέσεων που δεν ανταποκρίνεται στις σύνθετες ισορροπίες του σύγχρονου κόσμου. Οι διεθνείς σχέσεις δεν καθορίζονται αποκλειστικά από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, αλλά από ένα πλέγμα συμφερόντων, συμμαχιών και απειλών που απαιτούν ρεαλιστική προσέγγιση και στρατηγική σκέψη.
Ακόμη πιο προβληματικό, όμως, είναι το γεγονός ότι τέτοιου είδους δηλώσεις μπορούν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να παραμένει παθητικός παρατηρητής σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από έντονες γεωπολιτικές αναταράξεις. Η αντίληψη ότι η χώρα θα μπορούσε να διασφαλίσει την ασφάλειά της μέσω μιας πολιτικής αποστασιοποίησης από τις διεθνείς εξελίξεις αποτελεί μια επικίνδυνη αυταπάτη. Στον σύγχρονο κόσμο, η ασφάλεια δεν διασφαλίζεται μέσω της απομόνωσης, αλλά μέσω της συνεργασίας, της αποτροπής και της στρατηγικής παρουσίας.
Η Ελλάδα, ιστορικά, έχει αποδείξει ότι γνωρίζει να υπερασπίζεται τα εθνικά της συμφέροντα με νηφαλιότητα και υπευθυνότητα. Η ενίσχυση της άμυνας της Κύπρου αποτελεί μέρος αυτής της παράδοσης. Δεν πρόκειται για πράξη επιθετικότητας, ούτε για συμμετοχή σε οποιαδήποτε πολεμική επιχείρηση. Πρόκειται για μια αμυντική πρωτοβουλία που στοχεύει στην αποτροπή, δηλαδή στην αποφυγή της σύγκρουσης μέσω της ενίσχυσης της ασφάλειας.
Σε αυτή τη συγκυρία, ο πολιτικός λόγος οφείλει να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός κλίματος εθνικής ενότητας και θεσμικής σοβαρότητας. Η κριτική προς την κυβέρνηση αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της δημοκρατίας και κανείς δεν μπορεί –ούτε πρέπει– να την αμφισβητήσει.

Όμως υπάρχει μια σαφής διαφορά ανάμεσα στη θεσμική κριτική και στη ρητορική που κινδυνεύει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους κρατικούς θεσμούς και στη στρατηγική της χώρας. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από έναν δημόσιο διάλογο που θα χαρακτηρίζεται από σοβαρότητα, τεκμηρίωση και αίσθημα ευθύνης. Οι διεθνείς εξελίξεις δεν προσφέρονται για ιδεολογικές ασκήσεις ή για επικοινωνιακές εντυπώσεις. Απαιτούν ψυχραιμία, γνώση και βαθιά κατανόηση των γεωπολιτικών συσχετισμών.
Σε τελική ανάλυση, η υπεράσπιση της εθνικής ασφάλειας δεν είναι ζήτημα κομματικής αντιπαράθεσης. Είναι ζήτημα εθνικής ευθύνης. Και σε αυτή την ευθύνη οφείλουν να ανταποκρίνονται όλοι οι πολιτικοί φορείς, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης. Διότι όταν διακυβεύονται η σταθερότητα της περιοχής και η ασφάλεια της χώρας, ο δημόσιος λόγος πρέπει να υπηρετεί ένα υπέρτερο καθήκον: την προστασία της Ελληνικής Δημοκρατίας και των εθνικών της συμφερόντων.





