Γράφει ο Γιάννης Καρανικολός , Πολιτικός Επιστήμονας. ευθύνη
Ο μετασχηματισμός του ευρωπαϊκού ιδεώδους και η ελληνική πρόκληση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε πάνω σε μια βαθιά ιστορική άρνηση: την άρνηση της ευρωπαϊκής ηπείρου να επιστρέψει στο παρελθόν της σύγκρουσης, της ισχύος και της ωμής αντιπαράθεσης. Το ευρωπαϊκό ιδεώδες γεννήθηκε ως ένα εγχείρημα υπέρβασης της ιστορίας, με την πεποίθηση ότι οι κανόνες, οι θεσμοί και η αλληλεξάρτηση μπορούν να εξουδετερώσουν τη βία ως μέσο πολιτικής. Για δεκαετίες, αυτή η υπόσχεση φάνηκε να δικαιώνεται. Όμως, η νέα διεθνής συγκυρία υπενθυμίζει με επιμονή ότι η ιστορία δεν ακυρώνεται, απλώς αναστέλλεται.

ευθύνη ευθύνη ευθύνη ευθύνη
Σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το τέλος μιας εποχής βεβαιοτήτων. Η παγκοσμιοποίηση δεν λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός σύγκλισης, αλλά ως πεδίο ανταγωνισμού. Οι διεθνείς θεσμοί αδυνατούν να επιβάλουν κανόνες σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επιστρέφει στο προσκήνιο. Η ασφάλεια, η ενέργεια, η τεχνολογία και ακόμη και η πληροφορία μετατρέπονται σε εργαλεία πίεσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απειλείται μόνο υλικά, αλλά και υπαρξιακά: κινδυνεύει να καταστεί πολιτικά ανήλικη σε έναν κόσμο ενηλίκων.
Το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι τεχνοκρατικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό. Η Ευρώπη για χρόνια συνήθισε να λειτουργεί χωρίς να αναλαμβάνει το πλήρες κόστος της ισχύος. Επένδυσε στην κανονιστική της ταυτότητα, στη δύναμη του παραδείγματος και στην ηθική υπεροχή του δικαίου. Όμως, η κανονιστική ισχύς χωρίς υλική στήριξη αποδεικνύεται εύθραυστη. Οι αξίες που δεν μπορούν να προστατευθούν, αργά ή γρήγορα αμφισβητούνται.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση περί στρατηγικής αυτονομίας και αυτάρκειας αποκτά χαρακτήρα πολιτικού αναστοχασμού. Δεν πρόκειται απλώς για το αν η Ευρώπη μπορεί να παράγει περισσότερη ενέργεια ή να αναπτύξει κοινή άμυνα. Πρόκειται για το αν είναι διατεθειμένη να αναλάβει την ευθύνη της ίδιας της ύπαρξής της ως πολιτικής οντότητας. Η αυτονομία, εδώ, δεν σημαίνει απομόνωση, αλλά ενηλικίωση. Σημαίνει, αποδοχή ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη, αλλά απαιτεί συνεχή προστασία.
Ο μετασχηματισμός του ευρωπαϊκού ιδεώδους συνίσταται ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση: από την Ευρώπη της άνεσης στην Ευρώπη της ευθύνης. Από μια Ένωση που προϋπέθετε ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον, σε μια Ένωση που είναι ικανή να αντέξει σε ένα εχθρικό ή ασταθές περιβάλλον. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν αναιρεί τις θεμελιώδεις αξίες της Ευρώπης, τις αναστηλώνει. Η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς πολιτική ισχύ που να τα υπερασπίζεται.

Η Ευρώπη καλείται, επομένως, να συμφιλιωθεί με μια δύσκολη αλήθεια: ότι η ηθική χωρίς ισχύ είναι εύκολη, αλλά εύθραυστη. Και ότι η ισχύς χωρίς ηθική είναι επικίνδυνη. Το ζητούμενο δεν είναι η εγκατάλειψη του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού, αλλά η προστασία του από την αφέλεια. Μια Ευρώπη που αρνείται να δει τον κόσμο όπως είναι, κινδυνεύει να πάψει να υπάρχει όπως θα ήθελε να είναι.
Η Ελλάδα μέσα σε μια Ευρώπη που αλλάζει
Μέσα σε αυτή τη μεγάλη ευρωπαϊκή μετάβαση, η Ελλάδα κατέχει μια θέση που υπερβαίνει το μέγεθός της. Δεν βρίσκεται απλώς στην περιφέρεια της Ένωσης, βρίσκεται στο σημείο όπου οι ευρωπαϊκές αυταπάτες συναντούν τη γεωπολιτική πραγματικότητα. Η εμπειρία της Ελλάδας είναι εμπειρία ορίων: ορίων του διεθνούς δικαίου, ορίων των συμμαχιών, ορίων της θεσμικής αλληλεγγύης όταν αυτή δεν συνοδεύεται από πολιτική βούληση.

Για χρόνια, η ελληνική πολιτική στάση βασίστηκε στην πεποίθηση ότι η ένταξη σε θεσμούς αρκεί για να εξουδετερώσει τις απειλές. Αυτή η πεποίθηση δεν ήταν αβάσιμη, αλλά ήταν ελλιπής. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επιστρέφει, οι θεσμοί δεν λειτουργούν ως αυτόματοι μηχανισμοί προστασίας, αλλά ως πεδία πολιτικής σύγκρουσης. Η Ελλάδα καλείται, συνεπώς, να επαναπροσδιορίσει τη στάση της όχι με όρους φόβου ή αυτάρκειας, αλλά με όρους στρατηγικής συνείδησης.
Η επίκληση του διεθνούς δικαίου παραμένει αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να είναι αποκλειστική. Όταν το δίκαιο δεν συνοδεύεται από αποτρεπτική ικανότητα και πολιτική αποφασιστικότητα, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ηθικό άλλοθι αδράνειας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερο δίκαιο, χρειάζεται δίκαιο που να υποστηρίζεται από ισχύ, συμμαχίες και στρατηγική συνέπεια.
Παράλληλα, η Ελλάδα οφείλει να εγκαταλείψει τον ρόλο του «αιώνιου αιτούντος» εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να αναλάβει τον ρόλο του πολιτικού συνομιλητή. Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση στις Βρυξέλλες, είναι υπαρξιακό ζήτημα για κράτη που βρίσκονται στα σύνορα της Ένωσης. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να αρθρώσει έναν ευρωπαϊκό λόγο που να συνδέει την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την αυτονομία με το ίδιο το νόημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Αυτό προϋποθέτει μια βαθύτερη αλλαγή πολιτικής κουλτούρας. Σημαίνει υπέρβαση της λογικής της στιγμιαίας διαχείρισης κρίσεων και επένδυση στη μακροπρόθεσμη στρατηγική σκέψη. Σημαίνει αποδοχή ότι η ισχύς δεν είναι ντροπή, αλλά ευθύνη. Και ότι η Ευρώπη δεν θα γίνει πιο ανθρώπινη αν παραμείνει αδύναμη, αλλά αν καταστεί ικανή να προστατεύει τις επιλογές της.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική δοκιμασία. Δεν καλείται απλώς να προσαρμοστεί σε έναν νέο κόσμο, αλλά να επαναπροσδιορίσει τον ίδιο της τον εαυτό. Η μετάβαση από την εξάρτηση στην ευθύνη δεν είναι εύκολη ούτε ανώδυνη. Είναι, όμως, αναγκαία.
Και η Ελλάδα, μέσα σε αυτή τη μετάβαση, δεν είναι θεατής. Είναι μέρος του προβλήματος και, ενδεχομένως, μέρος της λύσης. Σε έναν κόσμο χωρίς εγγυήσεις, η πολιτική ωριμότητα δεν είναι επιλογή, είναι όρος επιβίωσης. Μια Ευρώπη που αναλαμβάνει την ευθύνη της ισχύος της, και μια Ελλάδα που συμμετέχει ενεργά σε αυτόν τον μετασχηματισμό, μπορούν ακόμη να υπερασπιστούν την ελευθερία όχι ως σύνθημα, αλλά ως πράξη.



