Αρθρογραφεί ο: Γιώργος Κατημερτζής ΚΚΕ
Η συμπλήρωση των ιστορικών επετείων που συνδέονται με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου το 1949, σε συνδυασμό με τη διεθνή θεσμοθέτηση της Ευρωπαϊκής Ημέρας Μνήμης για τα θύματα του Ναζισμού και Σταλινισμού, δεν συνιστά απλώς μια τυπική αφορμή για ιστορική αναδρομή, αλλά επιβάλλει μια βαθιά και ουσιαστική ιδεολογική αποτίμηση. Για όσους από εμάς βιώσαμε εκ των έσω την εσωτερική λειτουργία, την οργανωτική δομή και τη θεωρητική διαπαιδαγώγηση της ΚΝΕ και του ΚΚΕ, η διαδρομή προς την ιδεολογική αυτονομία και την ένταξη στον φιλελεύθερο δημοκρατικό στρατόπεδο δεν υπήρξε μια ανώδυνη διαδικασία, αλλά το αποτέλεσμα μιας επίπονης συνειδησιακής και θεωρητικής ωρίμανσης.

Σε μια εποχή κατά την οποία οι δημοκρατικοί θεσμοί αντιμετωπίζουν πολυεπίπεδες αμφισβητήσεις από ποικίλες μορφές λαϊκισμού και αναθεωρητισμού, η εξέταση του τρόπου με τον οποίο ο κομματικός μηχανισμός του ΚΚΕ διαχειρίζεται το ιστορικό του παρελθόν αποκτά κομβική σημασία για τη διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης της νέας γενιάς. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, ως το μοναδικό πολιτειακό πλαίσιο που διασφαλίζει την ελευθερία του ατόμου, το κράτος δικαίου και τον θεσμικό πλουραλισμό, οφείλει να αναλύσει με ακρίβεια τον μηχανισμό μέσω του οποίου μια πολιτική δύναμη επιχειρεί συστηματικά να μετατρέψει τις πιο σκοτεινές και τραγικές σελίδες της εθνικής μας ιστορίας σε ένα τεχνητό αφήγημα ηρωισμού, προορισμένο να περιχαρακώσει ιδεολογικά τους νέους ανθρώπους και να τους απομονώσει από το σύγχρονο ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Στη μετασοβιετική εποχή, στον απόηχο της θεαματικής κατάρρευσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» τη περίοδο 1989 -1991, το ΚΚΕβρέθηκε αντιμέτωπο με ένα υπαρξιακό δίλημμα ιστορικών διαστάσεων, καθώς όφειλε να επιλέξει είτε την αποδοχή της ιστορικής αποτυχίας του ολοκληρωτικού μοντέλου της σοσιαλιστικής διακυβέρνησης προχωρώντας σε έναν γενναίο ιδεολογικό εκσυγχρονισμό και τη μετεξέλιξη του σε ένα σύγχρονο κόμμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού , είτε την περιχαράκωση σε έναν σκληρό δογματικό απομονωτισμό με αποκλειστικό στόχο τη διατήρηση του σκληρού πυρήνα της κομματικής του γραφειοκρατίας και της πολιτικής του επιβίωσης.
Η επικράτηση των πιο συντηρητικών και αγκυλωμένων δυνάμεων στο εσωτερικό του κόμματος οδήγησε όχι απλώς στην απόρριψη κάθε μορφής αυτοκριτικής, αλλά σε μια άνευ προηγουμένου ιστορική και θεωρητική αναθεώρηση, η οποία αποτυπώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο στις αποφάσεις του 18ου και του 19ου Συνεδρίου, καθώς και στη συγγραφή των τόμων του «Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ».

Μέσα από αυτές τις συλλογικές επεξεργασίες, η ηγεσία του κόμματος δεν δίστασε να προχωρήσει στην πλήρη ιδεολογική και πολιτική αποκατάσταση της σταλινικής περιόδου της Σοβιετικής Ένωσης, αποφαινόμενη ότι η κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος δεν προήλθε από τις εγγενείς δομικές αδυναμίες του κεντρικού σχεδιασμού ή την κατάργηση των ατομικών ελευθεριών ή της συνολικής ανελεύθερης και εκμεταλλευτικής φύσης του καθεστώτος, αλλά από την «παρέκκλιση» από τις ορθόδοξες λενινιστικές αρχές και την υιοθέτηση στοιχείων της οικονομίας της αγοράς μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ.
Παράλληλα, στο πεδίο της εγχώριας ιστορίας, το ΚΚΕ αναθεώρησε ακόμα και την ίδια τη στρατηγική του κατά τη δεκαετία του ’40, απορρίπτοντας την πολιτική των μετώπων και της «εθνικής ενότητας» ως αυταπάτη και διακηρύσσοντας ότι ο αγώνας έπρεπε από την πρώτη στιγμή να έχει αμιγώς επαναστατικό χαρακτήρα για την κατάληψη της εξουσίας και την εγκαθίδρυση της «δικτατορίας του προλεταριάτου» στα πρότυπα της ΕΣΣΔ. Αυτή η θεωρητική αναθεώρηση ανακατασκευάζει πλήρως το αφήγημα για το πώς η χώρα οδηγήθηκε στη λαίλαπα του Εμφυλίου Πολέμου, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι η σύγκρουση δεν υπήρξε μια αυθόρμητη αντίδραση στη μετα-Δεκεμβριανή βία, αλλά το αποτέλεσμα μιας συνειδητής και προσχεδιασμένης στρατηγικής επιλογής της ηγεσίας του ΚΚΕ να αμφισβητήσει βίαια την εξουσία.

Η συγκρότηση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) δεν αποτελούσε έναν αμυντικό σχηματισμό, αλλά ένα στρατιωτικό όργανο, ο αντικειμενικός και στρατηγικός στόχος του οποίου ήταν η ανατροπής του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η απόσπαση εδαφών και η εγκαθίδρυση μιας Λαϊκής Δημοκρατίας μαριονέτας της ΕΣΣΔ, ευθυγραμμισμένης πλήρως με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις του ανατολικού μπλοκ. ΚΚΕ
Η βαθύτερη τραγωδία αυτής της ιστορικής διαδρομής έγκειται στο γεγονός ότι το ίδιο το ΚΚΕ, μέσα από τις τυχοδιωκτικές αποφάσεις της ηγεσίας του, την ένοπλη ανταρσία και την τυφλή προσήλωση στις επιταγές της Κομινφόρμ, κατέστη ο ηθικός και πολιτικός αυτουργός της τραγικής μοίρας των μελών και των οπαδών του. Η ηγεσία του κόμματος, εγκλωβίζοντας χιλιάδες αγνούς αγωνιστές σε έναν αδιέξοδο ένοπλο αγώνα εναντίον της συνταγματικής τάξης και της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, ήταν εκείνη που ουσιαστικά τους παρέδωσε στις διώξεις, τις εξορίες, τα εκτελεστικά αποσπάσματα και την πικρή υπερορία της πολιτικής προσφυγιάς.
Επιπλέον, το καθεστώς της εσωκομματικής τρομοκρατίας και των αδίστακτων εκκαθαρίσεων στράφηκε εσωτερικά απέναντι στα ίδια του τα στελέχη, καθώς όποιος αμφισβητούσε τη γραμμή της ένοπλης σύγκρουσης διαγραφόταν, διαπομπευόταν ή εξοντωνόταν πολιτικά και φυσικά ως «πράκτορας του ταξικού εχθρού» και «προδότης», αποδεικνύοντας ότι το κόμμα αντιμετώπιζε τα μέλη του ως αναλώσιμη ύλη για την επίτευξη των δογματικών του στόχων. Η λίστα είναι μεγάλη: Ζαχαριάδης, Βελουχιώτης, Καραγιώργης, Πλουμπίδης κλπ.
Αυτός ο δογματικός αναθεωρητισμός διοχετεύεται σήμερα με τρόπο μεθοδικό και συστηματικό στη νέα γενιά, σε νέους ανθρώπους που δεν διαθέτουν βιωματική σχέση με τα δραματικά γεγονότα του παρελθόντος, διαμορφώνοντας μια «γενιά της ήττας» που τρέφεται από ένα τεχνητό αίσθημα ιστορικού ρεβανσισμού και μια στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας.
Μέσα από τις λεγόμενες «αντιιμπεριαλιστικές» κατασκηνώσεις της ΚΝΕ στον Γράμμο και το Βίτσι, τη βιομηχανία ανεγέρσεων μνημείων που εξυμνούν αποκλειστικά την ένοπλη αναμέτρηση και τη συστηματική καλλιέργεια ενός στεγανού ιδεολογικού περιβάλλοντος, η ηγεσία του κόμματος μετατρέπει την πιο τραγική και καταστροφική στιγμή της σύγχρονης ιστορίας μας σε αντικείμενο λατρείας. Με τον τρόπο αυτό, εγκλωβίζει νεανικές συνειδήσεις σε ένα αφήγημα ποτισμένο στο μίσος, στον ρεβανσισμό και στην εκδίκηση, εμποδίζοντάς τες να κατανοήσουν τη δημοκρατική εξέλιξη της σύγχρονης Ελλάδας και απομονώνοντάς τες από το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο αυτής της ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης είναι η σταδιακή εξοικείωση των νέων με τα πιο σκοτεινά κεφάλαια του ολοκληρωτισμού του 20ού αιώνα. Στο όνομα της «επαναστατικής καθαρότητας», η κομματική προπαγάνδα φτάνει στο σημείο να εξωραΐζει ή ακόμη και να υμνεί το σταλινικό καθεστώς, παρουσιάζοντας τις εκκαθαρίσεις, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την πλήρη κατάργηση των ατομικών ελευθεριών ως «αναγκαία μέτρα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού».
Αντί η νέα γενιά να ενθαρρύνεται προς την κριτική σκέψη, τον πλουραλισμό και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκπαιδεύεται στην τυφλή υπακοή σε μια δογματική αυθεντία και στην αποδοχή μιας ιστορικής παραχάραξης που δικαιώνει τα σφάλματα και τα εγκλήματα του παρελθόντος.
Παράλληλα, αναδύεται μια θεμελιώδης και προκλητική πολιτική αντίφαση στο σύγχρονο πολιτικό γίγνεσθαι, καθώς η φιλελεύθερη αστική δημοκρατία, επιδεικνύοντας τη θεσμική της ανεκτικότητα και την αφοσίωσή της στον πλουραλισμό, έχει ενσωματώσει πλήρως το ΚΚΕ στο κοινοβουλευτικό σύστημα παρέχοντάς του όλα τα δικαιώματα και τα προνόμια μιας νόμιμης πολιτικής δύναμης, ενώ το ίδιο το κόμμα αξιοποιεί αυτήν ακριβώς τη δημοκρατική ανοχή για να αμφισβητεί την ουσία των δημοκρατικών θεσμών. Για τα μάτια του κόσμου, βέβαια.
Μη γελιόμαστε! Το ΚΚΕ είναι ένα βαθιά συστημικό κόμμα. Όπως είχε πει κάποτε η Αλέκα Παπαρήγα, είναι «μαγαζί γωνία» και αυτό αποδεικνύεται καθημερινά με τη πολιτική ασυλία που του έχει χορηγηθεί από το σύστημα. Με την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το 1974, το ΚΚΕ, δια μέσω του ΓΓ της ΚΕ, Χαρίλαου Φλωράκη σε επιστολή του προς τον Άρειο Πάγο διακύρησεότι «αι αρχαί του Κομμουνιστικού Κόμματος αντιτίθενται προς πάσαν ενέργειαναποσκοπούσαν εις την βία κατάληψη της εξουσίας ή την ανατροπή του Ελεύθερου Δημοκρατικού Πολιτεύματος».
Τα μετέπειτα χρόνια της μεταπολίτευσης, το κόμμα συνεχίζει να παίζει το ρόλο του αριστερού αμορτισέρ του συστήματος. Να απορροφά τους κοινωνικούς κραδασμούς, να διοχετεύει τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε απολύτως ελεγχόμενα κομματικά κανάλια και, τελικά, να μετατρέπει την κοινωνική οργή σε εκλογική και συνδικαλιστική πελατεία.
Καταγγέλλει διαρκώς το «σύστημα», αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα και παγιωμένα κομμάτια του πολιτικού του οικοσυστήματος. Έτσι, το ΚΚΕ μπορεί να καταγγέλλει το κράτος χωρίς να χρειάζεται να το κυβερνήσει, να καταγγέλλει τον καπιταλισμό χωρίς να χρειάζεται να διαχειριστεί μια οικονομία και να υπόσχεται την «ανατροπή» χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει στην πράξη τι σημαίνει αυτή η ανατροπή. Είναι, με άλλα λόγια, η ασφαλής αντισυστημική επιλογή μέσα στο ίδιο το σύστημα.
