Γράφει η Ελένη Στρατή: Σύμβουλος Πολιτικής και Στρατηγικής Επικοινωνίας, με ακαδημαϊκό υπόβαθρο στα Ψηφιακά Μέσα. Μέλος της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων και Επικοινωνίας του Εθνικού Συμβουλίου Νεολαίας. γενιά
Συχνά ακούμε ότι οι νέοι δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική, ότι απέχουν από τα κοινά και ότι προτιμούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις αντί να συμμετέχουν σε αυτές. Αναρωτιέμαι, όμως, αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αν αποτελεί έναν εύκολο τρόπο να ερμηνεύσουμε την απογοήτευση μιας γενιάς που πολλές φορές αισθάνεται ότι η φωνή της δεν ακούγεται.

Τα γεγονότα στη Σερβία αποτελούν μια αφορμή να ξανασκεφτούμε αυτή την αντίληψη. Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν μετά την τραγωδία στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, εξελίχθηκαν σε ένα ευρύτερο κίνημα διεκδίκησης για διαφάνεια και πολιτική λογοδοσία. Νέοι άνθρωποι επέλεξαν να βγουν μπροστά, να οργανωθούν και να διεκδικήσουν λόγο για όσα καθορίζουν το παρόν και το μέλλον τους.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία δεν είναι μόνο η πολιτική διάσταση των κινητοποιήσεων, αλλά η ίδια η απόφαση της συμμετοχής σε αυτές. Σε μια εποχή όπου η δυσπιστία απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς είναι έντονη, η επιλογή να μην παραμένεις αμέτοχος έχει τη δική της αξία. Γιατί η πολιτική δεν αφορά μόνο όσους ασχολούνται επαγγελματικά με αυτήν. Αφορά όλους μας, ακόμη κι όταν αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε τη δύναμη να επηρεάσουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Ως νέοι, συχνά καλούμαστε να αποδείξουμε ότι ενδιαφερόμαστε, ότι έχουμε άποψη και ότι μπορούμε να αναλάβουμε ευθύνες. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν είναι λίγες οι φορές που νιώθουμε πως οι αποφάσεις για το μέλλον μας λαμβάνονται χωρίς εμάς. Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι πάντα η αδιαφορία μας, αλλά η απογοήτευση που γεννιέται όταν η συμμετοχή μοιάζει να μην έχει αντίκρισμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αλλαγή είναι εύκολη ή ότι η κινητοποίηση αρκεί από μόνη της για να λύσει σύνθετα προβλήματα. Σημαίνει, όμως, ότι όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να συμμετέχουν συλλογικά, μπορούν να ανοίξουν συζητήσεις που διαφορετικά θα έμεναν στο περιθώριο και να διεκδικήσουν μια διαφορετική πορεία.

Ίσως, τελικά, χρειάζεται να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη νέα γενιά ως μια γενιά που αδιαφορεί και να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που την κάνει να απομακρύνεται από την πολιτική, αλλά και τι μπορεί να την κάνει να επιστρέψει σε αυτήν. Γιατί δεν αρκεί να ζητάμε από τους νέους να ενδιαφερθούν· χρειάζεται να πιστέψουν ότι η φωνή τους έχει σημασία.
Δεν θέλω να πιστεύω ότι η γενιά μου είναι καταδικασμένη να παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση. Θέλω να πιστεύω ότι μπορεί να συμμετέχει, να αμφισβητεί, να διεκδικεί και να ονειρεύεται μια κοινωνία διαφορετική. Γιατί το μέλλον δεν είναι κάτι που απλώς περιμένουμε να έρθει. Είναι κάτι που, με τις επιλογές και τη συμμετοχή μας, αρχίζουμε να διαμορφώνουμε από σήμερα.




